οὔριος


οὔριος
οὔριος, mit günstigem Winde, guten Wind habend; übertr., ταύτην νόμιζε τὴν πόλιν χρόνῳ ποτὲ ἐξ οὐρίων δραμοῦσαν εἰς βυϑὸν πεσεῖν, wobei man ἀνέμων ergänzt, von günstigen Winden getrieben; gut von Statten gehend, glücklich; εἶτ' ἀφήσω κατὰ κῦμ' ἐμαυτὸν οὔριον, ich lasse mich mit günstigem Winde treiben; adverbial, ἔτι γὰρ νῦν οὔρια ϑεῖτε, laufet mit günstigem Winde. Auch Zeus, der günstigen Fahrwind sendet, heißt οὔριος. Ἡ οὐρία, der günstige Wind

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ούριος — (I) και ούργιος, α, ο (ΑΜ οὔριος, ία, ον, Α θηλ. και ος) [ούρος (II)] 1. (ιδίως για άνεμο) αυτός που πνέει κατά τον διαμήκη άξονα τού πλοίου με κατεύθυνση από την πρύμνη προς την πλώρη, ευνοϊκός 2. αυτός που έχει καλό, ευνοϊκό άνεμο («γένοιτο δὲ… …   Dictionary of Greek

  • οὔριος — οὔ̱ριος , ὄρος implement for pressing grapes neut gen sg (epic doric ionic) οὔριος with a fair wind masc nom sg οὔριος with a fair wind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ούριος — α, ο (από το ουρά), για άνεμο, αυτός που φυσάει από την πρύμη (ουρά) του πλοίου, που σπρώχνει το πλοίο προς τα εμπρός, αλλ. πρίμος, ευνοϊκός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὐριώτατα — οὔριος with a fair wind adverbial superl οὔριος with a fair wind neut nom/voc/acc superl pl οὔριος with a fair wind adverbial superl οὔριος with a fair wind neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίως — οὔριος with a fair wind adverbial οὔριος with a fair wind masc acc pl (doric) οὔριος with a fair wind adverbial οὔριος with a fair wind masc/fem acc pl (doric) οὐριόω give to the winds imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) οὐριόω give to the winds …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίους — οὔριος with a fair wind masc acc pl οὔριος with a fair wind masc/fem acc pl οὐριόω give to the winds imperf ind act 2nd sg οὐριόω give to the winds imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔριοι — οὔριος with a fair wind masc nom/voc pl οὔριος with a fair wind masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίη — οὔριος with a fair wind fem nom/voc sg (epic ionic) οὐρία fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίην — οὔριος with a fair wind fem acc sg (epic ionic) οὐρία fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔριαι — οὔριος with a fair wind fem nom/voc pl οὐρία fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔρι' — οὔρια , οὔριον ward neut nom/voc/acc pl οὔρια , οὔριος with a fair wind neut nom/voc/acc pl οὔρια , οὔριος with a fair wind neut nom/voc/acc pl οὔριε , οὔριος with a fair wind masc voc sg οὔριε , οὔριος with a fair wind masc/fem voc sg οὔριαι ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.